Ο όρος ζεν πρεμιέ (γαλλ. jeune premier), αποδιδόμενος στα ελληνικά ως «νεαρός πρωταγωνιστής», δηλώνει τον νεαρό ανδρικό ρόλο πρώτης γραμμής, ρομαντικού ή ιδεαλιστικού χαρακτήρα. Διαμορφώθηκε στο γαλλικό θέατρο του 17ου αιώνα, ιδίως στην Comédie-Française [Κομεντί Φρανσαίζ], όπου οι ρόλοι κατατάσσονταν σε τυποποιημένες κατηγορίες [emplois] και οι ηθοποιοί παρέμεναν κατά κανόνα εντός της ίδιας γραμμής ρόλου καθ' όλη τη σταδιοδρομία τους. Ο θεατρικός ιστορικός Georges Monval [Ζωρζ Μονβάλ] περιέγραψε τους ζεν πρεμιέ ως ερμηνευτές τρυφερού, ειλικρινούς και ευγενούς πάθους σε τραγωδίες και κωμωδίες. Στην ουσία αποτελεί μετεξέλιξη του τύπου των ερωτευμένων νέων, «αμορόζων», [Innamorati] της κομμέντια ντελλ άρτε.
Κατά τον 17ο αιώνα, το πρότυπο καθιερώθηκε μέσω ερμηνευτών όπως ο Michel Baron [Μισέλ Μπαρόν], μαθητής του Μολιέρου [Molière] και κορυφαίος ερμηνευτής τραγωδιών των Κορνήλιου [Pierre Corneille] και Ρακίνα [Jean Racine], καθώς και ο Pierre Trochon de Beaubourg [Πιερ Τροσόν ντε Μπομπούρ], διάδοχός του στην Comédie-Française. Τον 18ο αιώνα, ο τύπος εξελίχθηκε μέσα από τα έργα των Pierre de Marivaux [Πιερ ντε Μαριβώ] και Pierre-Augustin Caron de Beaumarchais [Πιερ-Ωγκυστέν Καρόν ντε Μπωμαρσαί], οι οποίοι προσέδωσαν στον ζεν πρεμιέ κοσμικότητα, λεπτότητα και παιγνιώδη διάθεση, αντανακλώντας τις κοινωνικές ευαισθησίες της προεπαναστατικής Γαλλίας. Στη Γερμανία, ο August Wilhelm Iffland [Άουγκουστ Βίλχελμ Ίφλαντ] διακρίθηκε στα τέλη του αιώνα ως ερμηνευτής νεανικών ρόλων σε έργα του Friedrich Schiller [Φρήντριχ Σίλλερ].
Τον 19ο αιώνα, υπό την επίδραση του ρομαντισμού, ο ζεν πρεμιέ μετασχηματίστηκε σε εσωστρεφή, παθιασμένο και συχνά τραγικό χαρακτήρα, ο οποίος βιώνει εσωτερικές συγκρούσεις και αντιτίθεται στις κοινωνικές συμβάσεις. Η μετατόπιση αυτή αποτυπώνεται στο δραματολόγιο του γαλλικού ρομαντισμού, ιδίως στα έργα των Victor Hugo [Βίκτωρ Ουγκώ] και Alfred de Musset [Αλφρέντ ντε Μυσσέ]. Στη Γαλλία διακρίθηκαν ερμηνευτικά σε ρόλους ζεν πρεμιέ οι Frederick Lemaître [Φρεντερίκ Λεμαίτρ] και Charles Albert Fechter [Σαρλ Αλμπέρ Φεστέρ / Φέχτερ]· ο τελευταίος υπήρξε ο πρώτος ερμηνευτής του Αρμάνδου Ντυβάλ στο θεατρικό έργο Η Κυρία με τις Καμέλιες [La Dame aux Camélias] (1852) του Αλεξάνδρου Δουμά, υιού [Alexandre Dumas fils]. Στην Αγγλία, αντίστοιχο κύρος σε νεανικούς ρόλους απέκτησε ο William Charles Macready [Ουίλλιαμ Τσαρλς Μακρίντυ], ιδίως μέσω σαιξπηρικών ερμηνειών.
Τον 20ό αιώνα ο ζεν πρεμιέ μεταφέρθηκε από τη θεατρική σκηνή στον κινηματογράφο, ο οποίος ανέδειξε σε παγκόσμια κλίμακα το πρότυπο του νεαρού, γοητευτικού πρωταγωνιστή. Στη γαλλική σκηνή και οθόνη, ο Gérard Philipe [Ζεράρ Φιλίπ] ενσάρκωσε τον ρομαντικό, λυρικό ζεν πρεμιέ, με εμβληματικές ερμηνείες στον Le Cid [Ο Σιδ] του Κορνηλίου [Pierre Corneille] και στον Lorenzaccio [Λορεντζάτσιο] του Alfred de Musset [Αλφρέ ντε Μυσσέ]. Στο ίδιο πλαίσιο της εκλεπτυσμένης γοητείας, ο Jean Marais [Ζαν Μαραί], πρωταγωνιστής και συνεργάτης του Jean Cocteau [Ζαν Κοκτώ], και αργότερα ο Alain Delon [Αλαίν Ντελόν], με την αγαλμάτινή του ομορφιά, καθιέρωσαν το γαλλικό πρότυπο του νεαρού πρωταγωνιστή. Στην ιταλική σκηνή και οθόνη, ο Marcello Mastroianni [Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι] ενσάρκωσε τον κομψό, αινιγματικό και συχνά μελαγχολικό ζεν πρεμιέ, ενώ ο Vittorio Gassman [Βιττόριο Γκάσσμαν], με ισχυρή θεατρική παιδεία, συνδύασε τη γοητεία με το δραματικό και κωμικό ταλέντο.
Στην όπερα και το μουσικό θέατρο ο τύπος του ζεν πρεμιέ ταυτίζεται με τον νεαρό λυρικό τενόρο ή αλλιώς πρίμο [primo uomo]. Ενδεικτικοί ρόλοι: ο Ροδόλφος στη La boheme [Η μποέμικη ζωή] του Giacomo Puccini [Τζάκομο Πουτσίνι], ο Αλφρέδος στην La traviata [Η Τραβιάτα] του Giuseppe Verdi [Τζουζέππε Βέρντι], ο Ρωμαίος στο Roméo et Juliette [Ρωμαίος και Ιουλιέτα] του Charles Gounod [Σαρλ Γκουνώ], ο Τόνυ στο West Side Story του Leonard Bernstein [Λέοναρντ Μπέρνσταϊν] και ο Υποκόμης Ραούλ ντε Σανύ στο Φάντασμα της Όπερας [The Phantom of the Opera] του Andrew Lloyd Webber [Άντριου Λόυντ Ουέμπερ].
Στη δημοφιλή μουσική του 20ού αιώνα, απόηχο του ζεν πρεμιέ αποτελεί ο τύπος του κρούνερ [crooner]: του ερμηνευτή μπαλάντας που, αξιοποιώντας την οικειότητα του μικροφώνου, καλλιεργούσε μια ρομαντική, αισθαντική σκηνική παρουσία. Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι υπήρξαν οι Bing Crosby [Μπινγκ Κρόσμπυ], Frank Sinatra [Φρανκ Σινάτρα], Dean Martin [Ντην Μάρτιν] και Tony Bennett [Τόνυ Μπέννετ] των οποίων η εμφάνιση και το ερμηνευτικό ύφος ενσάρκωναν το πρότυπο του γοητευτικού νεαρού άνδρα.
Στην Ελλάδα, ο όρος ζεν πρεμιέ καθιερώθηκε ως γαλλικό δάνειο, κυρίως μεταξύ της δεκαετίας του 1930 και της δεκαετίας του 1970, στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι υπήρξαν οι: Μήτσος Μυράτ, Κώστας Μουσούρης (προπολεμικά), Λάμπρος Κωνσταντάρας στο ξεκίνημα της καριέρας του, Δημήτρης Χορν, Αλέκος Αλεξανδράκης, Ανδρέας Μπάρκουλης, Νίκος Κούρκουλος, Γιάννης Φέρτης, Νίκος Γαλανός, κ.ά., οι οποίοι διαμόρφωσαν μέσα από τη σκηνική και κινηματογραφική τους παρουσία τον ιδανικό «γαμπρό», ένα πρότυπο αρρενωπότητας που συνδύαζε γοητεία, ευαισθησία και ηθική ακεραιότητα, σε αντιστοιχία με τις κοινωνικές προσδοκίες της εποχής.